LASITHI

Απέναντι στο μυστήριο του κόσμου και στη συγκίνηση του αποβροχάρη ήλιου, ένα κλαδάκι γιασεμί δευτέρωσε τον όρκο του στο φως. Μαζί δεν θ’ αφήσουμε τον κόσμο μας να χαλάσει. Ούτε μου περισσεύει η ζωή, μα μήτε και μου φτάνει. Ό,τι μοιράζομαι αγαπώ, αυτό μετρά η καρδιά μου στην κλεψύδρα της ευτυχίας, το «εμείς».

Ώρα που κρεμάστηκε ο καιρός της μνήμης στην κορφή με λέξεις άλλες, για να ξυπνήσει ο πηλός και να φωνάξει: «Κρήτη, Λασίθι, γη ιερή, μάνα αθάνατη...»

Δεν είναι όλες οι μικρές πατρίδες «μητριές». Η κακοτράχαλη στράτα γνωρίζει το βήμα μου. Δικός μου ο τόπος κι ο καιρός, ας σβήσουνε τα φώτα. Σώμα και χώμα του Λασιθιού, μία χαραμάδα φως της Δίκτης κρατώ ανοικτή για να ονειρεύομαι όσα η αγάπη ορίζει ως εντολή και ως εκπλήρωση.

Κι όσο υφαίνει όμορφα, καινούργια ρούχα η μοναξιά στον αργαλειό τής λασιθιώτικης φύσης, πριν η ανάγνωση της απειρίας συλλαβίσει βιαστικά τη χαρά, καθρέφτης γίνεται ο μικρός Μέγας τόπος, για να συνεχίσει να ασκείται η ψυχή και να εναντιώνεται σ’ εκείνους που λατρεύουν το είδωλό τους, διαλαλώντας πως είναι αυτοί οι σωτήρες και οι φανοστάτες του κόσμου.

Φωτογραφίζοντας την παιδική μου ηλικία και το άμεσο περιβάλλον της τότε καθημερινότητάς μου, αισθάνθηκα ότι είχα μια αξόφλητη επιταγή, ένα χρέος ν’ αναστήσω ό,τι κινδύνευε να χαθεί, να του δώσω πνοή. 

Στο Οροπέδιο δεν κατοίκησαν και δεν θα κατοικήσουν ποτέ σκοτεινές σκιές. Δεν τις αντέχει ο τόπος. Το δικό μου  Λασίθι είναι το τελευταίο ζωντανό τοπίο που κρατά την ομορφιά και την αξία του καλού παραμυθιού.

Στο Λασίθι κανένα δάκρυ δεν πάει χαμένο. Γίνεται άστρο και νερό και σώζει την ψυχή μας.

 

Πίνακας εξωφύλλου: Ρουσσέτος Παναγιωτάκης

primi sui motori con e-max