DIADROMOS 1

Ο «Διάδρομος», η νέα δημιουργία της χορογράφου Μαρκέλλας Μανωλιάδη που παρακολουθήσαμε στον διαμορφωμένο με άκρα ατμοσφαιρικότητα χωρο του θεάτρου ΦΙΑΤ, σε σύλληψη και δραματουργία της ψυχιάτρου και performer Ευτυχίας Γιομελά, ανήκει αναμφίβολα στην κατηγορία των παραστάσεων που επιχειρούν να αναμετρηθούν με τα σκοτεινά ερωτήματα της ανθρώπινης συνθήκης. Βασισμένη σε κείμενο του Γιώργου Χειμωνά από τον εμβληματικό «Εχθρό του Ποιητή», η παράσταση μετατρέπει τον χώρο του θεάτρου σε έναν ενδιάμεσο τόπο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, την επιθυμία και τη ματαίωση.
Ο τίτλος λειτουργεί ως το κεντρικό σύμβολο της παράστασης. Ο διάδρομος δεν είναι απλώς ένας χώρος μετάβασης. Είναι η ίδια η ανθρώπινη ζωή. Ένα πέρασμα που συνδέει αφετηρίες και τερματισμούς χωρίς ποτέ να επιτρέπει την οριστική εγκατάσταση. Ο ήρωας-αφηγητής του Χειμωνά κινείται σε έναν ακαθόριστο τόπο και χρόνο, προσπαθώντας να αντισταθεί στη φθορά, στον χρόνο και στην απώλεια του έρωτα, ενώ ταυτόχρονα επιστρέφει διαρκώς στο πρωταρχικό τραύμα της σχέσης με τη μητέρα, εκεί όπου φαίνεται να γεννιούνται οι πρώτες εμπειρίες στέρησης και υπαρξιακής ανασφάλειας.
Αυτό που καθιστά το κείμενο του Χειμωνά διαχρονικά συναρπαστικό είναι η άρνησή του να λειτουργήσει με όρους συμβατικής αφήγησης. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται για την πλοκή αλλά για τη δημιουργία ενός εσωτερικού τοπίου. Η γλώσσα του αναδύεται από τα πιο βαθιά στρώματα της ψυχής, από εκεί όπου η λογική παραχωρεί τη θέση της στο ένστικτο, στον φόβο και στην επιθυμία. Ο λόγος μοιάζει να προέρχεται από αυτό που ο ίδιος ο Χειμωνάς περιγράφει ως «ηχώ των σπλάχνων», μετατρέποντας τον αφηγητή σε εκπρόσωπο μιας συλλογικής ανθρώπινης εμπειρίας και όχι ενός μεμονωμένου προσώπου.
DIADROMOS P 3
Η δραματουργική προσέγγιση της Ευτυχίας Γιομελά αναδεικνύει με ιδιαίτερη οξύτητα την ψυχαναλυτική διάσταση του έργου. Ως ψυχίατρος, φαίνεται να αναγνωρίζει στο κείμενο όχι μόνο μια υπαρξιακή κραυγή αλλά και μια διερεύνηση των συλλογικών τραυμάτων που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά. Η σύνδεση της μητρικής φιγούρας με τη στέρηση, αλλά και η αναφορά σε κοινωνίες που αδυνατούν να επεξεργαστούν το πένθος τους, προσδίδουν στο έργο μια βαθιά πολιτική και ανθρωπολογική διάσταση. Ο «Διάδρομος» δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο· αφορά μια κοινωνία που κουβαλά ανομολόγητες απώλειες και ανεπούλωτες πληγές.
Κομβική είναι και η συμβολή της Μαρκέλλας Μανωλιάδη, η οποία επιλέγει να προσεγγίσει το κείμενο μέσα από τη γλώσσα του σώματος. Η χορογραφία δεν λειτουργεί ως εικονογράφηση του λόγου αλλά ως ισότιμος αφηγηματικός μηχανισμός. Οι performers δεν ενσαρκώνουν χαρακτήρες με την παραδοσιακή έννοια, το αντίθετο. Μετατρέπονται σε θραύσματα συνείδησης, σε φαντάσματα μνήμης, σε ενσαρκώσεις φόβου και επιθυμίας. Έτσι, η παράσταση αποκτά μια ποιότητα κι ένα κλίμα ονειρικό και ταυτόχρονα εφιαλτικό, παραμένοντας όμως πιστή στο χιμαιρικό σύμπαν του Χειμωνά.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ομάδα των performers — η ίδια η Γιομελά, η Μανωλιάδη, ο Πιερ Μαζεντί, η Μάρω Σταυρινού και ο Γιάννης Τσιγκρής — οι οποίοι καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στον χορό, την περφόρμανς και τη θεατρική παρουσία. Η συλλογική τους λειτουργία φαίνεται να υπηρετεί την ιδέα ότι ο αφηγητής του Χειμωνά είναι συγχρόνως ένας και πολλοί: ένα πρόσωπο, αλλά και ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Η μουσική του Γιάννης Αγγελάκη, η σκηνογραφική και ενδυματολογική πρόταση της Ιόλη Μιχαλοπούλου και οι φωτισμοί της Χριστίνα Θανάσουλα συνθέτουν, σύμφωνα με την καλλιτεχνική σύλληψη της παράστασης και ολοκληρώνουν ένα περιβάλλον που υπηρετεί την αίσθηση ενός κλειστοφοβικού ψυχικού τοπίου. Ο θεατής δεν καλείται να παρακολουθήσει μια ιστορία συγκεκριμένη, αλλά να εισέλθει σε έναν λαβύρινθο συναισθημάτων και μνημών.
Η μεγαλύτερη αρετή του «Διαδρόμου» φαίνεται να είναι ακριβώς αυτή η άρνηση της ευκολίας. Πρόκειται για μια παράσταση που δεν προσφέρει απαντήσεις ούτε επιδιώκει να γίνει αμέσως προσβάσιμη. Αντίθετα, ζητά από τον θεατή να αποδεχθεί την αβεβαιότητα, να κινηθεί μέσα σε σκοτεινές περιοχές της ύπαρξης και τέλος να αναμετρηθεί με ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά: Πώς διαμορφώνουν τα πρώτα μας τραύματα την ταυτότητά μας;    Πόσο καθορίζει η μνήμη την πορεία της ζωής;   Μπορεί ο άνθρωπος να συμφιλιωθεί με τον χρόνο και τον θάνατο;
Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα και η επιφανειακή κατανάλωση εικόνων κυριαρχούν, ο «Διάδρομος» μοιάζει να υπενθυμίζει ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως πεδίο υπαρξιακής αναζήτησης. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό επίτευγμά του: η μετατροπή ενός λογοτεχνικού κειμένου εξαιρετικής πυκνότητας σε μια σκηνική εμπειρία που συνομιλεί με τους βαθύτερους φόβους και τις πιο μυστικές επιθυμίες του ανθρώπου.