Tο έργο μιλάει για την απόγνωση και τη ματαιότητα· είναι αυτό που γράφω κάθε φορά, γιατί είναι ίσως το μόνο πράγμα που με αφορά τελικά (ή με πνίγει), απλώς κάθε φορά αλλάζει η σκηνική συνθήκη, προσπαθώ να ανανεώνω τη γλώσσα μου, παίζω με διαφορετικά υλικά, λέγοντας όμως τελικά το ίδιο πράγμα. Γιατί ζούμε; Γιατί υπάρχουμε; Τι μαλακία είναι όλο αυτό;
Τέσσερις άνθρωποι, που από κάτι πολύ μικρές αφορμές και όχι άξιες δολοφονίας, ο ένας δολοφονεί τον άλλον. Μικρά περιστατικά και αφορμές διογκώνονται στο κεφάλι και των τεσσάρων. Είναι η πίεση της καθώς πρέπει κοινωνικής συμπεριφοράς και ευγένειας που τελικά μολύνει τις αντοχές μας και αρρωσταίνουμε; Ή είναι η φύση του ανθρώπου βίαιη και σκοτεινή από μόνη της και εμείς όλοι ζούμε σε μία κοινωνία που μας απαγορεύεται τελικά να εκφραστούμε;
Το έργο έχει αδιέξοδο πολύ. Έχει ψυχαναγκασμό. Είμαστε οι άνθρωποι που δε θέλουμε να ταραχτούμε από τίποτα. Που φοβόμαστε. Είμαστε οι άνθρωποι που θέλουμε απλώς την ησυχία μας. Οι χαλασμένοι άνθρωποι που μας ενοχλούν τα πάντα. Ή που νομίζουμε ότι μας ενοχλούν οι άλλοι, ενώ τελικά μας ενοχλεί ο εαυτός μας που δεν επαναστατεί. Φοβόμαστε πάρα πολύ τον θάνατο, ζούμε μόνο με αυτόν τον φόβο και πιστεύω ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής μακριά από τη φύση και τον ουρανό και μέσα σε όλη αυτή την υπερβολική πίεση για νεότητα, χαρά, πρόληψη, φιλοζωία, φιλανθρωπία, θετικότητα με το ζόρι και βομβαρδισμούς τηλεοπτικούς από διάφορους χαμογελαστούς διαφημιστές αντικαταθλιπτικών, απλώς εντείνει τον φόβο μας.